Ο Ιησούς μπήκε στην πόλη της Ιεριχούς και περνούσε μέσα από αυτήν.
Εκεί ζούσε ένας άνθρωπος που τον έλεγαν Ζακχαίο. Ήταν αρχιτελώνης, δηλαδή ο επικεφαλής των τελωνών, και ήταν πολύ πλούσιος.

Ο Ζακχαίος ήθελε πολύ να δει τον Ιησού, να μάθει ποιος είναι, αλλά δεν μπορούσε, γιατί είχε πολύ κόσμο και ήταν κοντός στο ύψος.
Γι’ αυτό έτρεξε μπροστά και ανέβηκε σε μια συκομουριά για να μπορέσει να Τον δει όταν θα περνούσε από εκεί.

Όταν έφτασε ο Ιησούς στο σημείο, σήκωσε το κεφάλι Του, τον είδε πάνω στο δέντρο και του είπε:
«Ζακχαίε, κατέβα γρήγορα, γιατί σήμερα πρέπει να μείνω στο σπίτι σου».

Ο Ζακχαίος κατέβηκε αμέσως και Τον υποδέχτηκε με μεγάλη χαρά.

Ο κόσμος όμως που το είδε αυτό άρχισε να παραπονιέται και να λέει:
«Πήγε να μείνει στο σπίτι ενός αμαρτωλού ανθρώπου».

Τότε ο Ζακχαίος στάθηκε μπροστά στον Ιησού και είπε:
«Κύριε, τα μισά από τα υπάρχοντά μου θα τα δώσω στους φτωχούς, και αν έχω αδικήσει κάποιον, θα του δώσω πίσω τέσσερις φορές περισσότερα».

Ο Ιησούς του απάντησε:
«Σήμερα ήρθε σωτηρία σε αυτό το σπίτι, γιατί και αυτός είναι παιδί του Αβραάμ.
Γιατί ο Υιός του Ανθρώπου ήρθε για να βρει και να σώσει αυτούς που ήταν χαμένοι».