Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας άνθρωπος που τον έλεγαν Ναβουθαίο. Είχε ένα όμορφο αμπελάκι γεμάτο κλήματα και σταφύλια. Το αμπελάκι αυτό δεν ήταν απλώς ένα χωράφι. Ήταν η κληρονομιά που είχε πάρει από τον πατέρα και τον παππού του και το αγαπούσε πολύ.
Κοντά στο αμπελάκι βρισκόταν το παλάτι του βασιλιά Αχαάβ. Ο βασιλιάς είδε το αμπελάκι και το ήθελε για να το κάνει κήπο.
Έτσι κάλεσε τον Ναβουθαίο και του είπε:
— Δώσε μου το αμπελάκι σου. Θα σου δώσω χρήματα ή ένα άλλο, καλύτερο χωράφι.
Ο Ναβουθαίος απάντησε ευγενικά:
— Δεν μπορώ να το δώσω, βασιλιά μου. Είναι η κληρονομιά της οικογένειάς μου.
Ο βασιλιάς στενοχωρήθηκε πολύ. Πήγε στο παλάτι του και έμεινε κατσουφιασμένος.
Η γυναίκα του, η Ιεζάβελ, όταν έμαθε τι συνέβη, αποφάσισε να κάνει κάτι πολύ άδικο. Έβαλε κακούς ανθρώπους να πουν ψέματα για τον Ναβουθαίο. Οι άνθρωποι τον πίστεψαν και ο Ναβουθαίος τιμωρήθηκε άδικα.
Όταν έμαθε ο βασιλιάς ότι ο Ναβουθαίος δεν ζούσε πια, πήγε να πάρει το αμπελάκι του.
Όμως ο Θεός είδε όλη την αδικία που είχε γίνει. Έστειλε τον προφήτη Ηλία να μιλήσει στον βασιλιά.
Ο Ηλίας του είπε:
— Ο Θεός γνωρίζει τι συνέβη. Δεν είναι σωστό να παίρνουμε κάτι που ανήκει σε άλλον, ούτε να αδικούμε ανθρώπους για να αποκτήσουμε αυτό που θέλουμε.
Ο βασιλιάς κατάλαβε ότι είχε κάνει λάθος και λυπήθηκε πολύ.
Τι μας διδάσκει η ιστορία;
Να λέμε πάντα την αλήθεια.
Να μην παίρνουμε κάτι που ανήκει σε άλλους.
Να φερόμαστε δίκαια σε όλους.
Ο Θεός αγαπά τη δικαιοσύνη και βλέπει κάθε καλή και κακή πράξη.